ΕΜΕΠΟΛ - Εταιρεια Μεσογειακού Πολιτισμού - Mediterranean Culture Society

Ιστορία

Featured Item Background

[Περιήγησις]

 

Περισσότερο γνωστή γεωγραφικά και ιστορικά, στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας, από την Πισιδία, ήταν η Μεγάλη Φρυγία. Μαζί με τις αναφερόμενες στον Ηρόδοτο, φρυγικές πόλεις των Κολοσσών και των Κελαινών, ο Ξενοφώντας επιπλέον ονομάζει και τις πόλεις Τύμβριον και Γόρδειον (Ικόνιον). Έτσι, υπό το φως αυτών των δεδομένων, η Μεγάλη Φρυγία τοποθετούνταν στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας ως η περιοχή μεταξύ των ποταμών Μαιάνδρου και Σαγγάριου. Ανατολικά της βρίσκονταν η Μεγάλη Καππαδοκία και η Λυκαονία. Δυτικά της η Λυδία, νοτιοδυτικά η Καρία , νότια η Πισιδία και βόρεια η Παφλαγονία. Με τον παραπάνω εντοπισμό της Φρυγίας, συμφωνούν και οι συγγραφείς της ύστερης περιόδου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Στράβωνα, ο Έφορος ανέφερε, ότι οι Πισίδες, οι Μυσοί, οι Φρύγες και οι Μιλυάδες ζούσαν στο βάθος της Μικράς Ασίας στην ενδοχώρα. Σύμφωνα δε με το Στράβωνα, η Μεγάλη Φρυγία ήταν μια χώρα με την οποία γειτνίαζαν η Μυσία, η Λυδία, η Καρία, η Πισιδία, η Καππαδοκία, η Παφλαγονία και η Βυθινία. Η Πισιδία, βρίσκεται σε ένα οροπέδιο στη δυτική πλευρά της οροσειράς του Ταύρου, πάνω στη βορειοανατολική ακτή της Μεσογείου. Σχεδόν άγνωστη η γλώσσα των Πισιδών, σύμφωνα με τους ερευνητές, ανήκει στον ανατολικό κλάδο των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Ο Μέγας Αλέξανδρος υπέταξε την περιοχή τον 4ο αιώνα π.Χ., ενώ μετά το θάνατό του η Πισιδία έγινε επαρχία του Βασιλείου του Αντίγονου του Μονόφθαλμου, πρώην διοικητή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στη συνέχεια η Πισιδία προχώρησε στο Σέλευκο Α΄ Νικάτορα. Οι Σελευκίδες εξελλήνισαν τον πληθυσμό, αλλά η επαρχία συνέχισε να παραμένει στο επίκεντρο μεταναστεύσεων και εισβολών.Μετά από χρόνια εναλλασσόμενων κατακτήσεων, το 102 π.Χ., η Πισιδία έγινε μέρος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αρχικά η Πισιδία ήταν μια περιοχή ενωμένη με τη γειτονική Παμφιλία και πολιτικά διαχωρίστηκε από αυτήν μόνο όταν στο θρόνο ανέβηκε ο Μέγας Κωνσταντίνος ο Α΄. Στην ανατολή συνόρευε με την Ισαυρία και την Κιλικία, στα νότια με την Παμφιλία, στα δυτικά με τη Λυκία και την Καρία, ενώ στα βορειοδυτικά και βόρεια με τη Φρυγία. Τα βόρεια σύνορα δεν είχαν επαρκώς ρυθμιστεί και συχνά η νότια Φρυγία έφερε το όνομα της Πισιδίας. Η Πισιδία ήταν μια σκληροτράχηλη ορεινή περιοχή, την οποία συναντούσε τέμνοντας η οροσειρά του Ταύρου, ενώ ήταν πολύ εύφορη. Τα προϊόντα της χώρας ήταν το αλάτι, το κρασί, οι ελιές, οι ρίζες ίριδας καθώς και τα αρωματικά ξύλα από τα πυκνά δάση της. Στα βουνά υπήρχαν πολύ όμορφα λιβάδια και δάση. Οι κάτοικοί της, οι Πισίδες, σχετίζονταν με τους Κίλικες και, όπως οι τελευταίοι, ασχολούνταν με την πειρατεία και τη ληστεία, έτσι κι αυτοί σαν ορεινοί, διακρίθηκαν για την ανδρεία και την αγάπη τους προς την ελευθερία. Ζώντας σε μια απόρθητη και άγονη έκταση, διέθεταν πολύ χρόνο για να διατηρήσουν την αυτονομία, την οποία διασφάλιζαν και κρατούσαν από φόβο για τις γειτονικές φυλές. Ο Αρριανός γράφει γι αυτούς :

 

«Οἱ δὲ ἄνθρωποι οὗτοι τὸ μὲν γένος Πισίδαι εἰσὶ βάρβαροι, χωρίον δὲ οἰκοῦσιν ὑπερύψηλον καὶ πάντῃ ἀπότομον, καὶ ἡ ὁδὸς παρὰ τὴν πόλιν χαλεπή».

 

Οι Ρωμαίοι, που κατέκτησαν όλη τη Μικρά Ασία, δεν μπορούσαν να διαπεράσουν στο εσωτερικό της χώρας, με συνέπεια μόνο κατ’ όνομα κι όχι ουσιαστικά η Πισιδία να ονομάζεται ρωμαϊκή επαρχία. Από τις πόλεις της Πισιδίας οι πιο σημαντικές ήταν η Αντιόχεια,η Σαγαλασσός, η Πεδνηλισσός,η Κιβύρα, η Κρέμνα, η Τερμησσός κ.ά. Με το τέλος του 2ου αιώνα υπήρχε η μητρόπολη Πισιδίας που ανήκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Ο Έλληνας αστρονόμος Κλαύδιος Πτολεμαίος, που έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 2ο αι. μ.Χ. στο έργο του, “Υφήγησις”, αναφέρει ως πόλεις της Πισιδίας και τις πόλεις, Πρόσταμα, Άδαδα, Όλβασα, Δύρζηλα, Ορβάνασσα, Ταλβόνδα, Κρέμνα Κολωνία, Κόμμακον, Ουίνζελα και Σέλγη.

 

Στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών, που δημιούργησε ένας εκ των στρατηγών του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αρκετοί βασιλείς έφεραν το όνομα Αντίοχος. Ως εκ τούτου, σε εκτεταμένες περιοχές, που κατείχαν, μεταξύ των οποίων ήταν και η Μικρά Ασία, εμφανίστηκαν περίπου 16 πόλεις με το όνομα Αντιόχεια.

 

Η Αντιόχεια της Πισιδίας ανήκε στην ιστορική περιοχή της Πισιδίας, ωστόσο, απ’εδώ περνούσαν τα σύνορα με τη Φρυγία και ως εκ τούτου κάποιες εποχές η πόλη ονομαζόταν Αντιόχεια της Φρυγίας. Ιδρύθηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. Ωστόσο, οικισμοί με αυτόχθονες σε αυτή την τοποθεσία προυπήρχαν ενωρίτερα αρχίζοντας από την παλαιολιθική εποχή. Πριν την κατάκτηση της περιοχής από τους Μακεδόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ήταν έδαφος της Περσίας, και ακόμη πιο πριν του βασιλείου των Χετταίων. Η πόλη ήταν το σημείο συνάντησης μεταξύ μη Ελλήνων. Οι πρώτοι άποικοι έφτασαν εδώ από τη Μαγνησία του Μαιάνδρου, την αρχαία πόλη που βρισκόταν κοντά στη Μίλητο και την Πριήνη. Περίπου αυτή την εποχή περί το 270 π.Χ. ο Αντίοχος Α΄ο Σωτήρ στη μάχη των Ελεφάντων συνέτριψε εδώ τους Γαλάτες. Μετά από αυτό, στο τέλος του 2ου αιώνα π.Χ. έφτασαν εδώ οι Ρωμαίοι, που παρέδωσαν την πόλη στους συμμάχους των στην περιοχή από το βασίλειο της Περγάμου και μέσα σε 50 χρόνια όλη η περιοχή εισήλθε στη σύνθεση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας,όμως, η πόλη δόθηκε, αυτή τη φορά, στο βασίλειο της Καππαδοκίας. Ωστόσο, ο έλεγχος της ορεινής Πισιδίας ήταν καθαρά συμβολικός, με συνέπεια το έδαφός της να καταληφθεί από πειρατές, και η Ρώμη και πάλι έπρεπε να στέλνει εδώ τα στρατεύματά της. Ωστόσο, αργότερα, σε μια περιοχή που μετακινήθηκαν βετεράνοι της ρωμαϊκής λεγεώνας από φτωχές περιοχές της Ιταλίας εμφανίστηκαν και πάλι προβλήματα. Μόνο το έτος 25 π.Χ. η Πισιδία και η Αντιόχεια έγιναν πραγματικά ρωμαϊκά εδάφη στη σύνθεση της επαρχίας της Γαλατίας. Μέσα από την πόλη περνούσε ο σημαντικός περιφερειακός δρόμος Via Sebaste. Όταν αυτοκράτορας έγινε ο Αύγουστος, η πόλη εξελίχθηκε ως η πιο σημαντική στην περιοχή και έλαβε τον τίτλο της Καισαρείας με το λατινικό δίκαιο, δηλαδή, ήταν αποικία της Ρώμης, όπου εκεί πήγαιναν να ζήσουν βετεράνοι από τις ρωμαϊκές λεγεώνες.

 

Η Αντιόχεια βρισκόταν σε υψόμετρο 1150 μέτρα. Δεν πρέπει να συγχέεται με την Αντιόχεια στον ποταμό Ορόντη στη Συρία. Η πόλη χτίστηκε από τον Σέλευκο Α΄ τον Νικάτoρα (358-281 π.Χ.), έναν από τους πρώτους βασιλείς επίγονους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ονομάστηκε προς τιμήν του Αντίοχου, πατέρα του Σέλευκου και στρατηγού του Μακεδόνα βασιλιά, Φιλίππου. Θέλοντας να αποικίσουν την πόλη Έλληνες, ο Σέλευκος ο Α΄, έφερε στην Αντιόχεια οικογένειες από τη Μαγνησία επί του Μαιάνδρου. Η Αντιόχεια έγινε το διοικητικό κέντρο της επαρχίας της Πισιδίας, η οποία επαρχία ιδρύθηκε τον 4ο αιώνα την περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στην Αντιόχεια υπήρχε και μεγάλη εβραϊκή συναγωγή. Οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας, έφθασαν στην Αντιόχεια, ακριβώς όταν εκείνοι αποφάσισαν να ξεκινήσουν το ιεραποστολικό κήρυγμά τους και τη λειτουργία. Οι λεπτομέρειες της παραμονής τους στην Αντιόχεια περιγράφονται από τον ευαγγελιστή Λουκά στο 13ο κεφάλαιο του βιβλίου της Καινής Διαθήκης "Πράξεις των αποστόλων". Οι συνέπειες ήταν οι πιο ενθαρρυντικές. Στη Μικρά Ασία, ιδρύθηκε η πρώτη Εκκλησία του Χριστού. Περίπου το 385 μ.Χ. πάνω στα θεμέλια της συναγωγής χτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός του ηγιασμένου προς τιμήν του αποστόλου Παύλου. Επί του παρόντος, αυτός ο ναός δεν σώζεται στην παρθένα του ομορφιά και μόνο μεμονωμένα αντικείμενα θυμίζουν το παρελθόν και το μεγαλείο του κτιρίου. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα υπαίθρια ψηφιδωτά του ναού. Ωστόσο, θραύσματα από τον άμβωνα και άλλα μοναδικά ευρήματα φυλάσσονται στο δημοτικό αρχαιολογικό μουσείο, σε μια ειδική αίθουσα, αφιερωμένη στον απόστολο Παύλο.

 

Ο μέγας Απόστολος των εθνών, Παύλος, στο τέλος του φθινοπώρου του 45 π.Χ. με τη συνοδεία του Αγίου Βαρνάβα και του ανιψιού του, Μάρκου (Ιωάννη) ξεκίνησαν για το πρώτο τους αποστολικό ταξίδι,που έμελλε να παίξει τεράστιο ιστορικό ρόλο. Αρχίζοντας με το κήρυγμα στο νησί της Κύπρου, φτάσανε μέχρι την πόλη της Πάφου, από την οποία και απέπλευσαν στη Μικρά Ασία.

 

“Ἀναχθέντες δὲ ἀπὸ τῆς Πάφου οἱ περὶ τὸν Παῦλον ἦλθον εἰς Πέργην τῆς Παμφυλίας· Ἰωάννης δὲ ἀποχωρήσας ἀπ᾿ αὐτῶν ὑπέστρεψεν εἰς Ἱεροσόλυμα. Αὐτοὶ δὲ διελθόντες ἀπὸ τῆς Πέργης παρεγένοντο εἰς Ἀντιόχειαν τῆς Πισιδίας, καὶ εἰσελθόντες εἰς τὴν συναγωγὴν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων ἐκάθισαν…” (Πράξεις 13:13-14).

 

Οι απόστολοι αποβιβάστηκαν στον όρμο της Αττάλειας, στις εκβολές του ποταμού Κέστρου και κατευθύνθηκαν προς την Πέργη της Παμφιλίας. Ο Μάρκος, βλέποντας να υψώνονται μπροστά τους ψηλά βουνά και συναισθανόμενος τις επερχόμενες δυσκολίες, αρνήθηκε να συνεχίσει το ταξίδι και ζήτησε την άδεια να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ. Τρεις μέρες οι απόστολοι, συνέχισαν το δρόμο μαζί, ανεβαίνοντας στα βουνά και ακολουθώντας την κοίτη του Κέστρου ανέβηκαν στο ορεινό πέρασμα, για να κατέβουν έπειτα στο οροπέδιο της Πισιδίας, που βρισκόταν στη βόρεια πλαγιά του βουνού. Ένιωσαν μεγάλη χαρά οι έμπειροι ταξιδιώτες, όταν την τέταρτη μέρα, αφήνοντας πίσω το βουνό, αντίκρυσαν από κάτω την κοιλάδα και στο μέσον αυτής τα γαλάζια νερά της λίμνης, που σήμερα φέρει το όνομα Εγιρδίρ. Η λίμνη αυτή έχει έκταση 729 τ.χλμ. και βρίσκεται σε υψόμετρο 950 μ. Σήμερα στα νερά της μπορεί κανείς να δει μόνο μερικές βάρκες. Και εκείνες τις ημέρες στη λίμνη υπήρχαν πολλές βάρκες, που χρησιμοποιούνταν για την επικοινωνία μεταξύ των ανθοφόρων πόλεων που ήταν χτισμένες στις όχθες της λίμνης. Στο νότιο τμήμα της λίμνης σήμερα βρίσκεται η σύγχρονη πόλη Εγιρδίρ, που έδωσε στη λίμνη το όνομά της. Ωστόσο, οι απόστολοι δεν παρέμειναν σε αυτά τα όμορφα μέρη. Η διαδρομή τους ήταν σχεδιασμένη για την έλευσή τους πιο κάτω, στην Αντιόχεια. Την πέμπτη μέρα του ταξιδιού άφησαν πίσω τους τη λίμνη, και την έκτη έφτασαν, τελικά, στο στόχο τους. Σε υψόμετρο 1100 μέτρων στο βουνό, βρισκόταν η περίφημη Αντιόχεια της Πισιδίας.Γιατί, όμως, στο πρώτο ταξίδι του στην Ασία, ο απόστολος Παύλος επέλεξε την Αντιόχεια της Πισιδίας; Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες Αύγουστος και Κλαύδιος, για να καθαρίσουν την περιοχή από συμμορίες ληστών και πειρατών, ίδρυσαν παντού οικισμούς, εποικισμένους με βετεράνους της ρωμαϊκής λεγεώνας. Οι πρώτοι βετεράνοι, που εγκαταστάθηκαν στην Αντιόχεια, απεστάλησαν από τον Καίσαρα της Γαλατίας - σημερινής Γαλλίας - και υπηρέτησαν εκεί για την προστασία της περιοχής. Ήταν, λοιπόν μεγάλη η ανάγκη οι κάτοικοι αυτών των περιοχών να γίνουν γνώστες της αλήθειας του ευαγγελίου και να κοινωνήσουν το λόγο του Θεού.

 

Ένα από πιο γνωστά τέκνα της Πισιδίας στο Βυζάντιο ήταν και ο εξαιρετικός βυζαντινός ποιητής Γεώργιος Πισίδης, ο οποίος έζησε στο 7ο αιώνα στα χρόνια του αυτοκράτορα Ηρακλείου και του πατριάρχη Σεργίου. Γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας, στη συνέχεια έζησε στην Κωνσταντινούπολη και υπηρέτησε ως διάκονος στον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας. Ο Γεώργιος Πισίδης, ασχολήθηκε εξαιρετικά με την υμνογραφία, ενώ ήταν περίφημος για τα λογοτεχνικά του έργα. Η ποίησή του ήταν αφιερωμένη στην ηθική, τη θεολογία και τις διδακτικές ερωτήσεις. Περιέγραψε σε ποιητική μορφή την εκστρατεία του Ηράκλειου εναντίον των Περσών, συγκεκριμένα στο έργο του «Εις την κατά Περσών εκστρατείαν Ηρακλείου βασιλέως» καθώς και το έργο του για την πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως από τους Πέρσες και τους Αβάρους το 626, με τον τίτλο «Εις την γενομένην έφοδον των βαρβάρων και εις την των αυτών αστοχίαν». Χάρη στην επιστημονική και φιλολογική του κατάρτηση, σχεδόν πολλοί κατά το παρελθόν υποστηρίξαν, ότι ο Γεώργιος Πισίδης ήταν ο συγγραφέας του Ακάθιστου Ύμνου στην Υπεραγία Θεοτόκο,που ψάλλεται στις εκκλησίες με βάση την ελληνική ορθόδοξη παράδοση, κάθε Παρασκευή τις μέρες της Μεγάλης Σαρακοστής. Στη δική του πένα ανήκει επίσης το φιλοσοφικό - θεολογικό ποίημα "Εις την Εξαήμερον", που περιέχει 1894 διδακτικούς δωδεκασύλλαβους στίχους. Αυτό το υπέροχο έργο μεταφράστηκε στα αρμενικά και στις σλαβικές γλώσσες.

 

Κατά τη διάρκεια των αρχαιολογικών ανασκαφών έχουν βρεθεί υπολείμματα και άλλων πολύ μεγάλων χριστιανικών ναών, που η αρχιτεκτονική τους προσέδιδε έμφαση στην πολλαπλότητα και διαφαινόταν η έντονη επίδραση στην περιοχή της Εκκλησίας του Χριστού. Με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, οι προσκυνητές βαδίζουν από τα πέτρινα σκαλοπάτια του αρχαίου θεάτρου, στη σκηνή του οποίου μαρτύρησε η αγία Θέκλα, η οποία παρέμεινε άθικτη, χάρη στο όμορφη παρέμβαση του Κυρίου και συνέχισε το ιεραποστολικό της έργο και σε άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας. Πρώτος γνωστός επίσκοπος στην επαρχία της Πισιδίας έγινε ο άγιος Αρτέμων, ο επίσκοπος της Σελεύκειας Πισιδικής. Ο απόστολος Παύλος ήρθε στη Σελεύκεια περίπου το 45 π.Χ., χειροτονώντας τον Αρτέμωνα ως τον πρώτο επίσκοπο της πόλης. Η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του αγίου Αρτέμωνα στις 24 Μαρτίου (6 Απριλίου με το παλαιό ημερολόγιο). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι στην Αντιόχεια της Πισιδίας, δημιουργήθηκε η πρώτη Επισκοπή, η οποία ιδρύθηκε από τον απόστολο Παύλο κατά τη διάρκεια του πρώτου ιεραποστολικού ταξιδιού στη Μικρά Ασία. Με την πάροδο του χρόνου η επισκοπή αυτή εξελίχθηκε σε μητρόπολη Αντιοχείας, στη δικαιοδοσία της οποίας ήταν ήδη 31 επισκοπές. Δυστυχώς, τον 8ο αιώνα, αυτή η πλούσια και ισχυρή πόλη λεηλατήθηκε από τους Αβάρους. Στη συνέχεια, ο πληθυσμός της πόλης υπέστη επανειλημμένα τις πειρατικές επιδρομές. Μετά την ήττα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στη μάχη με τους Σελτζούκους Τούρκους στο Μυριοκέφαλο στις 17 Σεπτεμβρίου 1176, η πόλη τελικά ερήμωσε. Μέρος του πληθυσμού της, ίδρυσε κοντά στην Αντιόχεια τη νέα πόλη, που πήρε το όνομα Γιαλβάτς, που σημαίνει “προφήτης”.

 

Η Σαγαλασσός τοποθετείτο στην πλαγιά του βουνού, σήμερα Ακντάγ, σε υψόμετρο 1450-1700 μέτρων. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, αυτός ο οικισμός ήταν γνωστός ως η "πρώτη πόλη της Πισιδίας", ενώ βρέθηκε μετά από πολλούς αιώνες στην τελευταία θέση, μεταξύ των άλλων πόλεων. Η δομή της πόλης άρχιζε από τα 1400 και κατέληγε στα 1700 μέτρα. Ως εκ τούτου, από εδώ η θέα είναι εκπληκτική! Στις αρχές του 6ου μ.Χ. αιώνα, σε αυτά τα μέρη έγινε ένας ισχυρός σεισμός, που σχεδόν κατέστρεψε ολοσχερώς την πόλη. Ωστόσο, σύντομα κατάφερε να ανακτήσει σημαντικό μέρος της. Όμως, τελικά δεν είχε αίσιο τέλος. Οι κάτοικοι σταδιακά άρχισαν να αποχωρούν από την πόλη και οι αιτίες ήταν αρκετές. Πολλοί άρχισαν να νοσούν, υπήρχε έλλειψη νερού,γενική έλλειψη ασφάλειας και σταθερότητας καθώς και κακή οικονομική κατάσταση. Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η Σαγαλασσός έγινε σημαντικό αστικό κέντρο της Πισιδίας, ιδιαίτερα με τη βοήθεια του αυτοκράτορα Αδριανού, ο οποίος την ονόμασε "πρώτη πόλη" της επαρχίας και κέντρο της αυτοκρατορικής λατρείας. Τη βουλή των αντιπροσώπων αποτελούσαν οι λεγόμενοι “Γεραίοι”. Διασώζονται κάποιες επιγραφές με τις αποφάσεις αυτών. Παρά το γεγονός, ότι η πόλη θα μπορούσε να γίνει ένα πολύ σημαντικό κέντρο για τα επόμενα χρόνια, την περίμενε μια άλλη μοίρα. Οι απανωτοί σεισμοί την κατέστρεψαν το έτος 518, και η πανούκλα ήρθε εδώ περίπου το 541-543 μ.Χ., μειώνοντας περίπου κατά το ήμισυ τον πληθυσμό της. Σε αυτά τα δεινά προστέθηκαν και οι αραβικές επιδρομές. Ως εκ τούτου, στα μέσα του 7ου αιώνα, η πόλη εγκαταλείφθηκε. Ο πληθυσμός της, πιθανόν, μετακόμισε στην κοιλάδα. Οι ανασκαφές ανακάλυψαν μόνο ίχνη ενός οχυρωμένου μοναστηριού, μιας ίσως θρησκευτικής κοινότητας, που καταστράφηκε το 12ο αιώνα. Μετά από αυτό, η Σαγαλασσός εξαφανίστηκε από τις γραπτές πηγές. Στην Πισιδία, στην περιοχή της πόλης Περμινούντας, κοντά στη Σαγαλασσό, βρισκόταν το ιερό του αρχαίου θεού του ήλιου, Σώζοντα, που αργότερα ταυτίστηκε με τον Απόλλωνα. Εκεί πάνω στο βράχο υπήρχε μια φυσική σκάλα λαξευμένη με πάνω από είκοσι θέσεις, για την πρόσβαση στο βωμό. Ο βράχος μοιάζει με ομφαλό και περιέχει επιγραφές προς τιμήν του θεού Σώζοντος και του Απόλλωνα, όπως: "Ο Μάρκος Αντώνιος από την Ίσινδα με όρκο", "Ο Τιβέριος Κλαύδιος στον Απόλλωνα Περμινούντιο με όρκο", " Για τον γιο του Σωσίδωρου, με όρκο στον Απόλλωνα", "Τάμα στον Σώζοντα της Περμινούντας", κλπ.

 

Η Τερμησσός ιδρύθηκε από μια φυλή Σολύμων. Όμως, τίποτα δεν είναι γνωστό σχετικά με την ιστορία της πόλης πριν από την άφιξη των Λυκίων, στις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. Οι ιστορικοί αναφέρουν, ότι η πόλη βρισκόταν σε καλή τοποθεσία, ενώ το κλίμα και οι υποδομές επέτρεπαν την αρμονική διαμονή των κατοίκων της. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πλεονέκτημα για την εποχή αυτή και είναι βέβαιο, ότι η ζωή στην πόλη ήταν μια πολυτέλεια, ενώ είναι κρίμα που δεν αναστυλώθηκε τα επόμενα χρόνια,ώστε να διατηρηθεί σχεδόν αυτούσια ως τις μέρες μας. Ο Στράβων,αναφερόμενος στον Αρτεμίδωρο τον Εφέσιο, απαρριθμεί την Τερμησσό στον κατάλογο των πόλεων της Πισιδίας. Το ίδιο και ο Στέφανος Βυζάντιος στα “Εθνικά”. Αυτή η τοποθεσία,κατά τον Ηρόδοτο,ονομαζόταν Μιλυάς, πριν από την άφιξη εκεί των Λυκίων.Συγκεκριμένα,η περιοχή ανάμεσα στη Λυκία,την Παμφυλία και τη Φρυγία και μεταξύ των πόλεων Τερμησσού και Σαγαλασσού στα χρόνια των Σελευκιδών. Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών ονομάζοντο Μιλύαι. Η πόλη ήταν χτισμένη σε υψόμετρο 1050μ. από την επιφάνεια της θάλασσας και σε απόσταση 30 χλμ. βόρειοδυτικά της Αττάλειας.

 

Για την πόλη, έχει γίνει αναφορά το 333 π.Χ. και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι ήταν περιτριγυρισμένη από τον Μέγα Αλέξανδρο,ο οποίος όμως δεν μπορούσε να την κυριεύσει. Ο Αλέξανδρος συνέκρινε την Τερμησσό με απόρθητη φωλιά αετού.Η πόλη τοποθετούνταν σε ένα φυσικό ορεινό πέρασμα μεταξύ Φρυγίας και Παμφυλίας,που περιβάλετο σε όλες τις πλευρές από φυσικά εμπόδια, και ως εκ τούτου, ακόμη και μια μικρή δύναμη άμυνας εντός της πόλης θα μπορούσε να την κρατήσει σχεδόν επ’αόριστον ανέπαφη. Ο Αλέξανδρος αν και είχε ξοδέψει πολλή προσπάθεια και ενέργεια εκεί, δεν πέτυχε τίποτα και, έχοντας περάσει προς τα βόρεια, εξαπέλυσε όλη την οργή του στην πόλη Σαγαλασσό. Σύμφωνα με το Στράβωνα,οι κάτοικοι της πόλης αυτοαποκαλούνταν Σόλυμοι και ήταν Πισιδείς. Αυτή η ονομασία προήλθε από τον ανατολικό θεό Σολυμαίο,ο οποίος στη συνέχεια συνδέθηκε με τον Δία (λατρεία Σολυμαίου Διός). Ο ιστορικός Διόδωρος Σικελιώτης, λεπτομερώς,έγραψε ένα πολύ σημαντικό γεγονός,που συνέβη εδώ. Το 319 π.Χ. μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ένας από τους στρατηγούς του, ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος (382-301π.Χ.) ανακήρυξε τον εαυτό του ηγεμόνα της Μικράς Ασίας και αποφάσισε να ανταγωνιστεί ενάντια στο Μακεδόνα στρατηγό Αλκέτα – αδελφό του Περδίκκα – που είχαν υποστηρίξει οι κάτοικοι της Πισιδίας.Ο στρατός του αποτελούνταν από 40.000 πεζικό, 7.000 ιππικό, ενώ περιελάμβανε και αρκετούς πολεμικούς ελέφαντες. Ο ελέφαντας στη μάχη τότε, ήταν όπως στην εποχή μας μια πυρηνική κεφαλή. Ο Αλκέτας και οι σύντροφοι του δεν μπορούσαν να νικήσουν ένα τέτοιο ισχυρό εχθρό και αναζήτησαν καταφύγιο στην Τερμησσό. Οι Τερμησσείς του έδωσαν τον λόγο τους ότι θα τον βοηθήσουν.Ο Αντίγονος ήρθε στην πόλη,πήγε στο στρατόπεδο και ζήτησε την έκδοση του ανταγωνιστή του. Οι πρεσβύτεροι της πόλης αποφάσισαν να εκδώσουν τον ξένο, για να μην φέρει σε μπελάδες την πόλη, αλλά οι νεαροί πολεμιστές βρέθηκαν στην αντιπολίτευση, κάνοντας έκκληση για την τιμή και την αξιοπρέπειά τους. Ζητούσαν,ο λόγος που έδωσαν στον Αλκέτα να σταθεί τελικά ο πλέον ισχυρός. Σε γενικές γραμμές αυτό δεν ήταν μια συνηθισμένη τακτική σε αυτή την περιοχή εκείνη την εποχή.Ο άνθρωπος εδώ και σε αυτές τις καταστάσεις γνώριζε, ότι ο ίδιος είναι ο ιδιοκτήτης του λόγου του και όχι το αντίστροφο. Θέλω- δίνω, θέλω-επιστρέφω. Οι πρεσβύτεροι έκαναν ακριβώς αυτό,στέλνοντας απεσταλμένους στον Αντίγονο με την είδηση,ότι θα εκδώσουν τον Αλκέτα. Επιπλέον,ανέπτυξαν ένα μυστικό σχέδιο για την παράδοση, που να μην έδινε στόχο στην αντιπολίτευση,Όμως,το σχέδιο έγινε γνωστό και ο Αντίγονος απείλησε με επίθεση την πόλη,ενώ οι νέοι πολεμιστές της έσπευσαν να πολεμήσουν.Ο Αλκέτας έμεινε χωρίς προστασία,προσπάθησαν να τον εκμεταλλευτούν,αλλά αυτός επέλεξε να αυτοκτονήσει. Αφαίρεσαν κρυφά το σώμα του και το μετέφεραν στον Αντίγονο.Ο Αντίγονος για τρεις ημέρες εξέθεσε σε κοινή θέα το κακοποιημένο πτώμα, ρίχνοντάς το τελικά στα άγρια θηρία, δεξιά και αριστερά, για να νιώσουν ικανοποιημένοι.Επιστρέφοντας από τη μάχη, οι νεαροί Τερμησσείς πολεμιστές έμαθαν γι αυτή τη μακάβρια ιστορία, βρήκαν το βεβηλωμένο πτώμα του Αλκέτα και το έθαψαν,προσδίδοντάς του όλες τις στρατιωτικές τιμές ,ενώ οικοδόμησαν και ένα μνημείο προς τιμήν του. Αυτό το γεγονός απέδειξε το χάσμα των γενεών και, ότι στην ιστορία με διαφορετικούς τρόπους μπορεί να εκφραστούν εκπρόσωποι του ίδιου γένους.

 

Η Τερμησσός δεν ήταν παραθαλάσσια πόλη με λιμένα,αλλά η κυριότητα της και η δραστηριότητά της εκτεινόταν ως τις ακτές της Κιλικίας. Κατά το 2ο αιώνα π.Χ. η Τερμησσός για κάποιο άγνωστο λόγο,πήρε μέρος σε πόλεμο κατά της Λυκικής ένωσης,ο οποίος, όμως,τελικά δεν την έβλαψε. Το 189 π.Χ. οι Τερμησσείς κατέλαβαν την πόλη Ίσινδα, μέλος της Ένωσης. Αργότερα,η πόλη ήταν σε συμμαχία με τον βασιλιά της Περγάμου και το έτος 71 μ.Χ.,η ανεξαρτησία της ήταν εγγυημένη από τη Γερουσία της Ρώμης. Το έτος 243 μ.Χ. την Τερμησσό έπληξε ισχυρός σεισμός,ο οποίος σχεδόν κατέστρεψε το υδραγωγείο,η πόλη έμεινε χωρίς νερό και τελικά εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της.

 

Τα κύρια δημόσια κτίρια της πόλης βρίσκονταν σε διαφορετικά επιπεδα κοντά στο εσωτερικό των προστατευτικών τειχών της πόλης. Το πιο ενδιαφέρον από αυτά ήταν η αγορά,η οποία είχε μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική.Ο πρώτος όροφος της αγοράς στηριζόταν σε ογκόλιθους. Στα βορειοδυτικά τοποθετούνταν πέντε εντυπωσιακές υπόγειες δεξαμενές για την αποθήκευση του νερού.Οι οπές των δεξαμενών είχαν βάθος περίπου 10 μέτρα και το συνολικό ποσό μόνο κατά προσέγγιση μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι χωρούσαν, στην ελάχιστη τιμή ήταν 80-100 τόνοι νερού. Οι δεξαμενές είχαν επένδυση από ασβεστόλιθο και είχαν σχήμα σταυρού στην κορυφογραμμή τους. Η αγορά περιβαλόταν από τρεις πλευρές με κίονες. Η κιονοστοιχία χτίστηκε ως δώρο προς την πόλη από το βασιλιά Άτταλο Β’ (150-138 π.Χ.). Σήμερα η αγορά έχει καταστραφεί καθώς και οι κιονοστοιχίες, κάτι που είναι κατανοητό, αφού την πόλη έπληξε ισχυρός σεισμός. Το θέατρο χτίστηκε τα ελληνιστικά χρόνια, είχε χωρητικότητα 4000 θεατών και είχε 27 σειρές καθισμάτων. Είναι πανέμορφο και μπορεί κανείς να καθίσει, βλέποντας τα σύννεφα δεξιά και αριστερά να περνούν από δίπλα του!

 

Όπως συνηθίζεται σε άλλες κλασικές πόλεις, το Ωδείο – η έδρα του δημοτικού συμβουλείου ή του κοινοβουλίου – βρισκόταν κοντά στο θέατρο. Το κτίριο αυτό μοιάζει σαν θέατρο και ήταν χτισμένο τον 1ο αι. π.Χ. Το κτίριο του Ωδείου είναι εξαιρετικά καλά διατηρημένο έως και το επίπεδο της οροφής και δείχνει την εξαιρετική ποιότητα της αρχιτεκτονικής και των κατασκευαστών της εποχής εκείνης. Το πάνω διάζωμα είναι διακοσμημένο σε δωρικό ρυθμό, ενώ είναι κατασκευασμένο από μεγάλο ορθογώνιο μπλοκ από πέτρα δουλεμένη με το καλέμι, ενώ το κάτω διάζωμα γενικά δεν είναι διακοσμημένο και έχει 2 εισόδους. Το κτίριο καλύπτεται από 11 μεγάλα παράθυρα στους τοίχους ανατολικά και δυτικά. Η περίμετρος της οροφής του κτιρίου καλύπτει εμβαδόν περίπου 50 τ.μ. Σύμφωνα με όλες τις εκδοχές και διαπιστώσεις, το Ωδείο είναι χτισμένο πάνω σε πέτρωμα, το οποίο πρακτικά δεν παραμορφώθηκε μετά το σεισμό. Ποια είναι η οροφή, είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς, αφού το άνω τμήμα του κτιρίου δεν έχει διατηρηθεί. Τα συντρίμμια της στέγης έχουν καλυφθεί με ένα στρώμα γης. Το εσωτερικό του κτιρίου του Ωδείου στην εποχή μας, είναι γεμάτο με χώμα, μικρές πέτρες και αγκάθια με πολλά ζιζάνια. Δεν μπορούμε να φανταστούμε το εσωτερικό, αλλά οι αρχαιολόγοι θεωρούν, ότι θα μπορούσε να φιλοξενήσει μέχρι 500 άτομα.

 

Εκεί βρέθηκαν και 6 ναοί ποικίλου μεγέθους και τύπου. Τέσσερις από αυτούς, βρίσκονται σε κοντινή απόσταση από το Ωδείο. Ο πρώτος ναός ήταν ακριβώς πίσω από το ωδείο και θεωρείται ότι χτίστηκε στο όνομα του Σολυμαίου Διός. Μπορεί να δει κανείς τα ερείπιά του ύψους 4 μέτρων. Αυτός ο ναός ήταν αφιερωμένος στη λατρεία του Δία, ο οποίος λατρευόταν από τους Τερμησσείς σε όλη τη διάρκεια της παρουσίας τους στην πόλη. Γύρω από το ναό βρέθηκαν θραύσματα ανάγλυφων εικόνων από σκηνές μαχών θεών και τεράτων. Ο δεύτερος ναός βρίσκεται βορειοδυτικά του Ωδείου. Έχει διαστάσεις 5.5 Χ 5.5μ. Ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Άρτεμη και χτίστηκε για τη δράση και προς τιμήν του ιδρύματος που διοργανώθηκε από την Aurelia Armasta και τον σύζυγό της. Ο ναός, από τον οποίο διασώζονται ερείπια, χρονολογείται από τα τέλη του 2ου αι. μ.Χ. Στα δυτικά αυτού του ναού, βρίσκεται ακόμη ένας, ο τρίτος, δωρικού ρυθμού, που είχε από 6 μέχρι 8 κίονες. Κρίνοντας από την περίμετρό του, ήταν ο μεγαλύτερος ναός της Τερμησσού. Αξιολογώντας τα ερείπιά του, οι αρχαιολόγοι μπορούν να υποθέσουν, ότι είναι επίσης αφιερωμένος στην Άρτεμη. Πιο πέρα και δυτικά, βρίσκονται τα ερείπια ενός μικρού ναού, του τέτερτου, σχεδόν στους πρόποδες του βουνού. Βρισκόταν σε υψηλό βάθρο, αλλά καταστράφηκε. Η είσοδος στο ναό ήταν από δεξιά. Το πιθανότερο, ο ναός αυτός να ήταν αφιερωμένος σε κάποιον ημίθεο ή ήρωα. Χρονολογείται στον 2ο ή 3ο αι. μ.Χ. Οι άλλοι 2 ναοί βρίσκονται κοντά στους πυλώνες, που στήθηκαν προς τιμήν του Αττάλου και χρονολογούνται από τον 3ο αι. μ.Χ. Θα ήταν έκπληξη αν αυτή η πόλη δεν είχε νεκροταφείο. Ωστόσο, μια μικρή περιοχή της πόλης, μας δίνει το λόγο να υποθέσουμε, ότι ακόμη και στην μετά θάνατον ζωή, υπήρχαν ανισότητες και διακρίσεις. Οι πλούσιοι είχαν την ευκαιρία να θάψουν τα λείψανα των δικών τους ανθρώπων στην πόλη, οικοδομώντας μια νεκρόπολη. Ο τόπος ταφής των απλών πολιτών, παραμένει ακόμη άγνωστος. Προς τα νότια, δυτικά και βόρεια, συχνά κοντά στην κορυφή του αμυντικού τείχους της Τερμησσού, μπορεί κανείς να δει ένα μεγάλο αριθμό τάφων και σαρκοφάγους από ασβεστόλιθο. Φυσικά, όλοι ανοίχτηκαν από τους κυνηγούς θησαυρών και λεηλατήθηκαν. Σαρκοφάγοι κρυμμένες στις συστάδες των δένδρων του δάσους και εν μέρει στις ρίζες των δένδρων στο έδαφος εκτίθενται και είναι διάσπαρτες. Κατά τη στιγμή της ταφής τους είχαν πολλά ρούχα, κοσμήματα και άλλα πολύτιμα προσωπικά τους αντικείμενα. Γνωστή είναι η σαρκοφάγος για τους σκύλους, που εκτίθεται σήμερα στο αρχαιολογικό μουσείο της Αττάλειας.

 

Η Κιβύρα, συνασπίστηκε με τις πιο κοντινές πόλεις στη λεγόμενη Κιβυρατική Τετράπολη. Οι υπόλοιπες πόλεις ήταν η Βουβώνα, τα Βάλβουρα και τα Οινόανδα. Η πόλη ήταν γνωστή για την ευημερία της στη μεταλλουργία. Τα νομίσματα, που κόβονταν εδώ, ήταν τα πλέον μετατρέψιμα και αναλλάξιμα νομίσματα στον αρχαίο κόσμο. Το στάδιο της πόλης ξεχώριζε για την αρχιτεκτονική του και ήταν φημισμένο σε όλη τη Μικρά Ασία. Το μήκος του ανερχόταν στα 200 μέτρα και η χωρητικότητά του ήταν περίπου 12000 θεατές. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα οικοδομήματα αυτού του είδους στη Μικρά Ασία. Τέλος, στην Κιβύρα διασώζεται μέχρι σήμερα, το πολύ καλά διατηρημένο βουλευτήριο, το κτίριο του δημοτικού συμβουλίου. Στο δάπεδό του, που είναι σκεπασμένο με άμμο, για την προστασία του από την κακοκαιρία, διασώζεται ένα μοναδικό μωσαϊκό με το κεφάλι μιας γοργόνας, φτιαγμένης από κομμάτια μαρμάρου. Το μωσαϊκό είναι μεγάλων διαστάσεων και καλύπτει περίπου 500 τ.μ., κατατάσσοντάς το κι αυτό, όπως και το στάδιο, σε ένα από τα μεγαλύτερα στη Μικρά Ασία.

 

Το επιβλητικό στάδιο της Κιβύρας – copyright © Konstantinos Thodis 2016

 

Το βουλευτήριο της Κιβύρας – copyright © Konstantinos Thodis 2016

 

Το ελληνορωμαϊκό θέατρο της Κιβύρας – copyright © Konstantinos Thodis 2016

 

Η Σπάρτη της Πισιδίας, βρισκόταν χτισμένη σε υψόμετρο 1030 μέτρων και τοποθετούνταν στη θέση της βυζαντινής πόλης Βάρης. Ήταν έδρα επισκοπής, τουλάχιστον, μέχρι τον 7ο αιώνα. Μετά την καταστροφή της Αντιόχειας της Πισιδίας, η έδρα του μητροπολίτη Αντιοχείας και αργότερα Πισιδίας, μεταφέρθηκε στη Σπάρτη.Ο χριστιανικός πληθυσμός της Σπάρτης συνεχώς αυξάνετο, χρονολογούμενος από τον 16ο αιώνα. Πριν από την εκδίωξη του χριστιανικού πληθυσμού από τη Μικρά Ασία, το 1922, από τους 35000 κατοίκους της πόλης οι 8000 ήταν ορθόδοξοι Έλληνες. Ασχολούνταν κυρίως με την παραγωγή του ροδέλαιου, την κατασκευή υφαντών, κυρίως χαλιών, ξακουστών για την εκπληκτική τους ποιότητα, καθώς και γενικά με το εμπόριο. Υψηλή ποιότητα διδασκαλίας προσέφερε στους μαθητές του, το σχολείο της Σπάρτης, το οποίο η Εκκλησία πάντοτε είχε υπό την φροντίδα της.

 

Τελευταίος επίσκοπος της Μητρόπολης Πισιδίας, ήταν ο μακαριστός επίσκοπος Πατάρων, Μελέτιος, ιστορική και σεβάσμια προσωπικότητα, αγία μορφή, που για πολλά χρόνια κατείχε τον τίτλο του επισκόπου. Νοιαζόταν για τη συνεχή βελτίωση του επιπέδου εκπαίδευσης των παιδιών και των νέων της Σπάρτης, αλλά και των άλλων ελληνικών κοινοτήτων, που εκχωρήθηκαν στην επισκοπή. Οι Έλληνες της Σπάρτης ζούσαν σε τέσσερα οικοδομικά τετράγωνα - συνοικίες, καθένα από τα οποία είχε την ενοριακή εκκλησία και τον ιερέα της ενορίας του. Στο κέντρο της χριστιανικής συνοικίας Κεμέρ, βρισκόταν ο Καθεδρικός ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου, ένα μεγαλοπρεπές κτίριο από πέτρα, με καμπαναριό 30 μέτρων καθώς και πλούσια εσωτερική διακόσμηση. Ο ναός σώζεται μέχρι την εποχή μας, χωρίς το καμπαναριό. Δίπλα του βρίσκεται η ξύλινη εκκλησία του Αγίου Φιλίππου. Επίσης στην ενορία της περιοχής Φεμέλ, βρισκόταν ο ναός των Ταξιαρχών, χτισμένος το 1805 με δωρεά της οικογένειας Αζίλογλου. Όλα τα αντικείμενα από το ιερό, ήταν πραγματικά έργα τέχνης. Αρκεί να θυμηθούμε, ότι ο κεντρικός ασημένιος πολυέλαιος του ναού με τα 42 κηροπήγια ζύγιζε 80 οκάδες, περίπου 102 κιλά. Αυτός ο ναός σήμερα δεν υπάρχει. Από όλους τους θησαυρούς επέζησε μόνο το αριστουργηματικό τέμπλο, που εκτίθεται στο Μουσείο Εκκλησιαστικών Κειμηλίων στο σχολείο "Τζουμχουριέτ Μεκτέπ" στη σύγχρονη πόλη των Ισπάρτων. Στην ενορία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στη συνοικία Εμρ, υπήρχε ένας μεγάλος ομώνυμος πέτρινος ναός, τρίκλιτη βασιλική με τρούλο διαμέτρου 15 μέτρων, που χτίστηκε το 1794 πάνω στα θεμέλια του αρχαίου βυζαντινού ναού. Και αυτός ο ναός, επίσης έχει κατεδαφιστεί και σήμερα δεν υπάρχει. Κάτω από το Θρόνο του ναού, βρισκόταν υπόγειος ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Παντελεήμονα, που χρησιμοποιούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Υπόγεια ερείπια υπάρχουν και κάτω από το ναό της Αγίας Βαρβάρας. Κατά τη διάρκεια του διωγμού των χριστιανών το 1922, οι περισσότεροι πρόσφυγες από τη Σπάρτη εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Νέας Ιωνίας στην Αθήνα. Σήμερα στη σύγχρονη πόλη των Ισπάρτων ζουν περίπου 250000 κάτοικοι. Η πόλη είναι φημισμένη για το αρχαιολογικό της μουσείο.

 

Η σημερινή πόλη Ουλούμπορλου βρίσκεται περίπου 20 χιλιόμετρα βόρεια της Σπάρτης. Το όνομα της πόλης στην τουρκική, σημαίνει "εξαιρετική πόλη". Βρίσκεται στην ίδια θέση, όπου κάποτε βρισκόταν η αρχαία Απολλωνία. Στη βυζαντινή εποχή, η πόλη ονομαζόταν Σωζόπολη και σ’ αυτή βρισκόταν έδρα επισκοπής, που ανήκε στη Μητρόπολη Πισιδίας. Μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922, η πόλη κατοικείτο από 15000 Τούρκους και περίπου 1500 Έλληνες. Η ελληνική συνοικία ήταν απομονωμένη από το τουρκικό τμήμα της πόλης και βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού. Οι Έλληνες της πόλης, όπως και όλοι οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, σε μια περίοδο, ξεκινώντας από το 1914 και μέχρι το 1922, ζούσαν σε δύσκολες συνθήκες, εξαιτίας των διωγμών του κεμαλικού κράτους. Το 1922, για οκτώ ημέρες, βάδισαν με τα πόδια μέχρι να φτάσουν στο λιμάνι της Αττάλειας, για να επιβιβαστούν στο πλοίο, που θα αναχωρούσε για την Ελλάδα. Φεύγοντας από τη Μικρά Ασία, εγκαταστάθηκαν στα νησιά Σπέτσες και Ύδρα, στην περιοχή του Κρανιδίου, στα προάστια της Κοζάνης και, τέλος, στον Πειραιά, στην περιοχή της Κοκκινιάς, αρχίζοντας τη ζωή τους σχεδόν από το μηδέν. Χάρη στην εργατικότητά τους και την γνωστή από την αγαπημένη τους πατρίδα ασχολία τους, ύφαιναν χαλιά σε αργαλειούς και έτσι μπόρεσαν γρήγορα να σταθούν στα πόδια τους στις νέες οικονομικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αμάντος Κ. Ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας, 2005
Αρριανού “Αλεξάνδρου Ανάβασις”, Α΄ 27
Βογιατζόγλου Β. Η. Η Πισιδία της Μ. Ασίας, Αθήνα, 1978
Βογιατζόγλου Β.Η. Σπάρτη της Μικράς Ασίας, 1986
Gurney O. R. Οι Χετταίοι, 2002
Deschamps G. Στους δρόμους της Μικρασίας Οδοιπορικό, 1890 - Χίος, Σμύρνη, Αϊδίνι, Έφεσος,
Καρία, Πισιδία, 1990
Δήμος Θεσσαλονίκης - Ο ελληνισμός της Μ. Ασίας από την κλασσική αρχαιότητα ως τον 20ό αιώνα.
Διόδωρος Σικελιώτης XVIII, 61.4
Δούκας Δούκας «»Τερμησσός» Φυλαγμένη πίσω από τα πέπλα της ομίχλης, 2013
Ηροδότου Ιστορίαι Α΄ 11, Γ΄ 90
Θώδης Ν. Κωνσταντίνος, άρθρο : “Αττάλεια – Τερμησσός : Η φωλιά των αετών” ιστοσελίδα
“Μικρασιάτης”, 2016
Καινή Διαθήκη “Πράξεις των Αποστόλων” (βιβλίο Ε΄- κεφ. Ιγ΄)
Κλαύδιου Πτολεμαίου “Υφήγησις” (βιβλίο Ε΄)
Ξενοφών Α΄ 11
Πατσιάδου Λίλα , «Άδαδα - Αρχαιότητα», 2003, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
Πατσιάδου Λίλα , «Σέλγη - Αρχαιότητα», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
Πατσιάδου Λίλα , «Τερμησσός-η Μείζων Αρχαιότητα», 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
Περιοδικό "Ιστορία" Η Βυζαντινή Μικρά Ασία, 2006
Πεσματζόγλου Π., Αναμνήσεις από την πατρίδα μου Σπάρτη Μ. Ασίας, 1990
Πλίνιος Ε΄ 24,94
Πλουμίδης Δ. Καππαδοκία και κεντρική Ανατολία, 2002
Ροδάκης Π. Ο γόρδιος δεσμός των εθνοτήτων. Η Μικρά Ασία μέσα στο χώρο και το χρόνο,1998
Σαπουντζάκης Χ. Η ελληνική παιδεία στη Σπάρτη Πισιδίας 1983 , Νέα Ιωνία: Ένωση Σπάρτης Μ. Ασίας
Σαπουντζής X. Η Ελληνική Παιδεία στη Σπάρτη Πισιδίας, 1983.
Sartiaux F. Η ελληνική Μικρασία από την αρχαιότητα μέχρι τον 20ο αι., 1993
Σκαλιέρης Γ. Λαοί και φυλαί της Μικράς Ασίας, 1990
Σταυρίδης Β. Επισκοπική ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, 1996
Στ' Πανελλήνιο Συνέδριο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2002
Στράβωνος “Γεωγραφικά” ΙΒ΄ - ΙΓ΄
Σωτηρίου Γ. Χριστιανικά μνημεία της Μικράς Ασίας, 2006
Freely J. Μικρά Ασία - Ταξίδι στην ιστορία της, 2008
Χατζηαντωνίου Κ. Μικρά Ασία - Αρχαία και Μεσαιωνική Ιστορία, 1999.
Bean G. E., “Notes and Inscriptions from Pisidia II”. Anat. St 10, 1960
Behrwald R., “Inscriptions from Pednelissus”. Anat. St, 2003.
Brandt H., Gesellschaft und Wirtschaft Pamphyliens und Pisidiens im Altertum. Bonn, 1992
Degeest, R. The Common Wares of Sagalassos, 2000
Forbes E. Travels in Lycia, Milyas and the Cibyratis, London, 1847
Horsley G.H.R – Mitchell S., The Inscriptions of Central Pisidia. Bonn, 2000
Kosmetatou, E. et al (1997) The Northeast ‘Heroon’ at Sagalassos, in M. Waelkens and J. Poblome (eds.)
SagalassosIV.
Kosmetatou, E. Pisidia and the Hellenistic Kings Anc.Soc 28, 1997
Laufer, E. Pednelissos, Sillyon, Adada: ‘Römische’ Stadtmauern und kilikische Piraten?, 2010
Mitchell S., “Three Cities in Pisidia”. AnatSt 44, 1994
Mitchell S.– M. Waelkens, “Sagalassus and Cremna 1986”. AnatSt 37, 1987
Mitchell S.– M. Waelkens, Pisidian Antioch. The Site and its Monuments. London 1998
Памятники византийской литературы IV-IX веков : [Сборник переводов] / [Отв. ред. Л. А. Фрейберг].
- Москва : Наука, 1968
Приходько Е. В. Адады, древний город центральной Писидии. Часть II - вестник «АРИСТЕЙ»
Университет «Дмитрия Пожарского» МОСКВА 2015 «ЛОГОС».
Report on the Survey and Excavation Campaigns of 1994 and 1995
- Acta Archaeologica Lovaniensia Monographiae
Von Aulock H., Münzen und Städte Pisidiens Teil I. Tübingen, 1977
Waelkens, M. Sagalassos Anatolian Studies,1989
Waelkens M., “Romanization in the East. A Case Study: Sagalassos and Pisidia (SW Turkey)”. Ist. Mitt.
2002

Μόσχα, Ρωσία,10.10.2020

www.ktdrus.gr

Copyright © Thodis N. Konstantinos, 2020

H M. Ασία από αρχαιοτάτων χρόνων υπήρξε σταυροδρόμι πολιτισμών και κυρίως σημείο συνάντησης μεταναστευτικών φυλών που μετακινούνταν από την ανατολή προς τη δύση ή και αντίστροφα ενίοτε. Εκεί κατέληγαν παλιοί εμπορικοί δρόμοι από το εσωτερικό της Μ. Ασίας (Μεσοποταμία, Παλαιστίνη κα) Οι ανασκαφές του Τζέιμς Μέλαρτ (James Mellaart) ανάμεσα στο 1961 και το 1965 στο Τσατάλ-χουγιούκ (Çatalhöyük) αποκάλυψαν πως η Ανατολία ήταν κέντρο προηγμένου πολιτισμού ήδη από το 7500 π.Χ., κατά την Νεολιθική και την Χαλκολιθική περίοδο.

 

 Στην αυγή της ιστορίας ως κάτοικοι αναφέρονται οι Χάλυβες -σε σχέση με τα κοιτάσματα σιδήρου του Καυκάσου στη Μαύρη θάλασσα- οι Ίβηρες, οι Κόλχοι (Βλ. Ηρόδοτος, 2, 104 1) και άλλες φυλές. Θρακικές φυλές αναφέρονται επίσης στη Φρυγία και τη Βιθυνία, τον αρχικό πιθανώς τόπο καταγωγής τους, ενώ συναντάμε σημιτικούς λαούς στην Καππαδοκία κατά τους ιστορικούς χρόνους.

 

Από το 1500 έως το 1000 π.Χ οι Χιττίτες κατέκλυσαν την περιοχή, φθάνοντας ως την Έφεσο και τη Σμύρνη. Απομεινάρια του πολιτισμού τους (γλυπτά και λίθινοι βωμοί) έμειναν ως τις μέρες μας στο Μπογάζ-κιόι της Καππαδοκίας. Ο μύθος της πολιτείας των Αμαζόνων στην κοιλάδα του Θερμόδοντα φαίνεται πως προέκυψε από το θηλυκό ιερατείο της χιττιτικής θεότητας Μα, η οποία στο ελληνικό μυθολογικό πάνθεο μετουσιώθηκε σε Αρτέμιδα, ειδικότερα στην Έφεσο, με τη λατρεία της πολύστηθης Αρτέμιδας.

 

Οι σύγχρονες ανακαλύψεις του Σλήμαν (Schliemann) και του Ντόρπφελντ (Dörpfeld) στο Χισαρλίκ, στην αρχαία Τρωάδα επιβεβαίωσαν την ημερομηνία καταστροφής της Τροίας (1200-1100 π.Χ.) θέτοντας έτσι έναν ιστορικό σταθμό για την αλληλουχία των γεγονότων. Ωστόσο δεν ήταν ούτε ο Αγαμέμνων και οι Αργείοι του εκείνοι που κατέκτησαν την Μ. Ασία. Περίπου το 1100 π.Χ. ωθούμενοι από την πίεση των Δωρικών φυλών αρκετοί Έλληνες μετανάστευσαν ανατολικά από την Ήπειρο και τη Θεσσαλία για να εγκατασταθούν σε νησιά του Αρχιπελάγους και στις νότιες ακτές της Μ. Ασίας, όπου οι εκβολές ποταμών και η διαμόρφωση των ακτών ευνοούσαν την ανάπτυξη του εμπορίου.

 

Από τον 9ο έως τον 6ο αι. π.Χ. σε μια μακρά διαδοχή μεταναστεύσεων Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς έφθασαν ως τις ακτές της Μ. Ασίας ως έμποροι, αποικιστές, τυχοδιώκτες και στρατιώτες, έκτισαν τις πόλεις τους, αναμείχθηκαν με τους γηγενείς πληθυσμούς υιοθέτησαν τμήμα της θρησκείας τους (βλ. πολύστηθη 'Άρτεμις) και σύντομα εγκαθίδρυσαν έναν αξιόλογο πολιτισμό που προπορεύθηκε σε πολλές περιπτώσεις εκείνου της ηπειρωτικής Ελλάδας.

 

Η ανάπτυξη αυτού του πολιτισμού θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς το πρώτο κεφάλαιο στην ανάπτυξη του δυτικού πολιτισμού κυρίως εξαιτίας της φιλοσοφικής σκέψης που παρήγαγε.

 

 Σε αυτή την περίοδο κόπηκαν τα πρώτα τετράγωνα νομίσματα από ήλεκτρον, (Λυδία-7ος π.Χ.), πιθανώς ως αποτέλεσμα των εμπορικών συναλλαγών των γηγενών με τους Έλληνες, ενώ άρχισαν οι Λυδοί βασιλείς -σύμφωνα με τον Ηρόδοτο- να ενδιαφέρονται για το μαντείο των Δελφών και να στέλνουν δώρα στον ναό του.

 

Περί τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. κατόρθωσε να εξαπλώσει την ηγεμονία του στην ευρύτερη περιοχή ο βασιλιάς των Λυδών Κροίσος, (548-546 π.Χ.), ο οποίος σύντομα εκδιώχθηκε από τον Πέρση Κύρο, που μετέτρεψε όλη την περιοχή σε επαρχία του διοικητικού συστήματος της Περσίας.

 

Σε εκείνα τα χρόνια οι φιλοδοξίες του Μεγάλου Βασιλέα Δαρείου Α΄ και του διαδόχου του Ξέρξη Α΄ έφεραν σε σύγκρουση τις ελληνικές πόλεις-κράτη με την περσική αυτοκρατορία (500-449 π.Χ.). Η περσική ήττα προκάλεσε αλλεπάλληλες κοινωνικές αλλαγές που προετοίμασαν το δρόμο για τον Αλέξανδρο και την ολοκληρωτική κατάκτηση της περσικής αυτοκρατορίας από τους Έλληνες.

 

Ακολούθησε μια δύσκολη και ταραγμένη περίοδος κατά την Ελληνιστική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας οι Σελευκίδες, διάδοχοι του Αλέξανδρου διεκδίκησαν τη Μ. Ασία με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τα νέα βασίλεια του Πόντου, της Βιθυνίας, της Καππαδοκίας, της Περγάμου και της Κιλικίας, όπως και το κελτικό βασίλειο της Γαλατίας (280 π.Χ.), αποτέλεσμα των πολεμικών περιπετειών με τους Γαλάτες επιδρομείς στη Μ. Ασία.

 

Οι επόμενοι επτά περίπου αιώνες έφεραν και την ιδιαίτερη σφραγίδα του κελτικού πολιτισμού.

 

Η ελληνική τέχνη, που ήδη είχε ανθίσει με τρόπο θαυμαστό στα ιωνικά νησιά, στα κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας και στη νότια Μ. Ασία ανανεώθηκε στο ορεινό βασίλειο της Περγάμου υπό τη διακυβέρνηση των Ατταλιδών.

 

Ακολούθησαν οι πόλεμοι με τη δημοκρατική Ρώμη (190-63 π.Χ.), που τελείωσαν με την ήττα και το θάνατο του μεγάλου Μιδραδάτη ΣΤ΄, του "Ανατολίτη υπερασπιστή της ελληνικής ελευθερίας", ενώ ο Πόντος και η Βιθυνία στις βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας απειλούνταν διαρκώς από τις εξ ανατολών επιδρομές.

 

Γενικά οι πρώτοι τρεις αιώνες της Ρωμαϊκής διακυβέρνησης ήταν περίοδος ειρήνης και ευημερίας για την ευρύτερη περιοχή της Μ. Ασίας. Τούτη την περίοδο ειρήνης ακολούθησαν τρεις αιώνες περίπου πολέμων της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με την Περσία.

 

Η εκμηδένιση της περσικής φιλοδοξίας από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641) απλώς μετέθεσε χρονικά τον κίνδυνο.

 

Οι Άραβες και οι διάδοχοί τους, οι Τούρκοι, Διεκδίκησαν επίμονα την Ανατολία και τελικά τα κατάφεραν. Οι αραβικές επιδρομές από το 672 έως το 717 απωθήθηκαν από την Κωνσταντινούπολη και η περιοχή έμεινε "θέμα" υπό Βυζαντινή διακυβέρνηση, αν και το χριστιανικό κράτος της Αρμενίας υπέφερε τα πάνδεινα από τις αλλεπάλληλες καταστροφές.

 

Το 1922 η προσπάθεια του ελληνικού κράτους να θέσει τη δυτική Μ. Ασία υπό ελληνικό έλεγχο είχε άδοξη κατάληξη, Το ίδιο συνέβη και με την προσπάθεια να δημιουργηθεί Ποντο-Αρμενικό κράτος βάσει της συνθήκης των Σεβρών. Την ίδια περίοδο συνέβησαν τα γεγονότα το οποία οι Αρμένιοι και Πόντιοι χαρακτηρίζουν ως γενοκτονία, και η Καταστροφή της Σμύρνης. Με την συνθήκης της Λωζάνης σφραγίστηκε η καταστροφή του Χριστιανισμού της Μ Ασίας. Οι Χριστιανοί μέχρι εκείνη την περίοδο αποτελούσαν το 30% του πληθυσμού της Μ. Ασίας.

 

                              Αρχαίες Χώρες

 

Οι αρχαίοι Έλληνες διαιρούσαν τη Μικρά Ασία σε 15 χώρες των οποίων τα ονόματα ως επί το πλείστον λάμβαναν από τους κατοικούντες λαούς τους. Και αυτές ήταν

-          τρεις προς Β. ο Πόντος, η Παφλαγονία και η Βιθυνία,

-          τρεις προς Δ.: η Μυσία (στην οποία υπαγόταν η Μυγδονία, η Τρωάδα και η Αιολίδα), η Λυδία (στην οποία υπαγόταν η Μαιονία ανατολικά και η Ιωνία δυτικά) και η Καρία,

-          τέσσερις προς Ν.: η Λυκία, η Πισιδία, η Παμφυλία και η Κιλικία

-          και τέλος πέντε στο μέσον: η Φρυγία, η επί Ρωμαίων δημιουργηθείσα Καβαλίδα (Καβαλίς), η Ισαυρία, η Λυκαονία, η Γαλατία και η Καππαδοκία (στην Λευκοσυρία της οποίας υπαγόταν η Λυκαστία).

 

                                 Αρχαίοι λαοί

 

Αρχαίοι λαοί της Μικράς Ασίας υπήρξαν οι: Χετταίοι ή Χιττίτες ή Χεττείμ (κατά Π. Διαθήκη), Βιθυνοί, Φρύγες, Μυσοί, Κιμμέριοι, Μύγδονες, Τρώες ή Τρήρες, Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς, Μαίονες, Λυδοί, Κάρες, Καππαδόκες, Πισίδες, Λυκάονες, Ίσαυροι, Έλληνες της Ελληνιστικής περιόδου, Ρωμαίοι,Λέλεγες, Λύκιοι (Κρήτες), Γαλάτες (Τεκτόσαγες, Τολιστοβόγιοι και Τρόκμοι), Καρδούχοι ή Κούρδοι, Πέρσες, Αρμένιοι, Χάλυβες.

 

                                  Νεώτεροι λαοί

 

         Έλληνες, Αρμένιοι, Κούρδοι, Εβραίοι, Τούρκοι, Τσετμήδες ή Τσεπσήδες, Κυζυλμπάσηδες ή Ταχτατζήδες, Γιουρούκηδες, Γύφτοι, Ζεϊμπέκηδες, Τουρκμάνοι, Λαζοί, Κρομλήδες, Οφλήδες, Γκιουρτσήδες ή Ίβηρες, Τουρκοκρήτες κ.ά.

 

Πηγή Vicipedia . Τελευταία τροποποίηση 01:14, 28 Μαρτίου 2013.

Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την Creative Commons Attribution/Share-Alike License·

 

 

           ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ "ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ & ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ

                       NİŞ  EGİRDİR ΝΟΜΟΥ İSPARTA ΠΙΣΙΔΙΑΣ

 

Ο ιερός αυτός Ναός κτίστηκε από τους Ρωμιούς κατοίκους του ΝΗΣΙΟΥ περί τα μέσα του 19ου αιώνα. Είναι ως προς την αρχιτεκτονική του ΤΡΙΚΛΙΤΟΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗ. Το κεντρικό κλίτος είναι προς τιμήν των ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ Κοσμά και Δαμιανού, Θαυματουργών Ιατρών από την Μικρά Ασία, των οποίων η μνήμη εορτάζεται την 1η Ιουλίου.

Τα δύο πλάγια κλίτη είναι αφιερωμένα στα ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (εορτάζονται την 21η Νοεμβρίου) και στους ΑΓΙΟΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΣ  τον Στρατηλάτη και Τήρωνος (εορτάζονται την 8ην και 17ην Φεβρουαρίου.)

        Μέχρι την ανταλλαγή των ετών 1922-23 στον Ναό αυτόν υπήρχε περίτεχνη Λειψανοθήκη, με τεμάχια Ιερών Λειψάνων των Αγίων Αναργύρων, την οποία είχε δωρίσει ο τελευταίος Τσάρος της Ρωσίας ΝΙΚΟΛΑΟΣ Β' περί το 1910, για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη θεραπεία του γιού του, μετά από προσευχή προς τους Αγίους Αναργύρους. Η Λειψανοθήκη αυτή μεταφέρθηκε στο Μουσείο Ικονίου.

         Επειδή πολλές θεραπείες ασθενών γίνονταν στον Ιερό αυτό ναό, σε όσους με πίστη προσεύχονται στους Αγίους Αναργύρους, κάθε χρόνο την 1η Ιουλίου, ημέρα εορτής των Αγίων, πολύς κόσμος έρχονταν, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, όχι μόνον από την γύρω περιοχή, αλλά και από την Αττάλεια, ακόμη και από την Σμύρνη στην πανήγυρη του Ναού.  

        

              Άλλοι χριστιανικοί ναοί στο Νησίον Εγίρδιρ ήταν:

    Ο ΑΓΙΟΣ  ΣΤΕΦΑΝΟΣ, ο οποίος είχε κτιστεί τον 12ον αιώνα και ήταν περίφημος για τα ψηφιδωτά του. Είχε και θαυματουργό Αγίασμα, το οποίο σέβονταν όλοι οι κάτοικοι του Νησίου. Ο ναός αυτός βρισκόταν απέναντι από την νότια πλευρά του ναού των Αγίων Αναργύρων. Όμως μετά την ανταλλαγή του 1923 κατεδαφίστηκε και στη θέση του κτίστηκε Σχολείο.

       (Ίσως για αυτόν τον λόγο κάποιοι έγραψαν, από όχι σωστή πληροφορία, στην νότια θύρα του Ι.Ν. "Άγιοι  Ανάργυροι"  την ονομασία: AYA STEFANOS).

 

 Επίσης στο Νησίον υπήρχε ο Ι. Ναός ΑΓΙΑΣ ΕΥΔΟΚΙΑΣ, ο οποίος αργότερα μετετράπη σε Cami.

 

     Στην ορεινή περιοχή Σιβρί Παναγιεσί υπήρχε η Γυναικεία Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Στον χώρο της Μονής υπήρχαν πηγάδια με καθαρό νερό. Κατά την ανταλλαγή του 1923, από τις Μοναχές η ηλικιωμένη και κατάκοιτη Ηγουμένη δεν μπόρεσε να μετακινηθεί. Παρέμεινε και απεβίωσε στη Μονή. Μετά τον θάνατό της ο ιερός Ναός και ολόκληρο το Μοναστήρι κατεδαφίστηκαν. Όσες πέτρες είχαν επιγραφές και διακοσμητικά στοιχεία μεταφέρθηκαν στο Μουσείο. Ερείπια του Μοναστηριού διασώζονται μέχρι σήμερα.

       Κατά τους βυζαντινούς χρόνους  το  Νησίον της λίμνης Προστάνα  (όπως ονομαζόταν παλαιά το Εγίρδιρ) ήταν Μοναστική περιοχή, όπου υπήρχαν μόνον Μοναστήρια χριστιανικά. Οι Μοναχοί κατέφευγαν εκεί, για να βρίσκουν πλήρη ησυχία, απομονωμένοι από τον θόρυβο των πόλεων. Το Νησίον κατοικήθηκε από πολλές οικογένειες Ρωμιών, περί το έτος 1300, που τις έστειλε εκεί ο Μπέης ΧΑΜΙΤ.

Από τότε οι κάτοικοι του Νησίου για να επιβιώσουν άρχισαν να καλλιεργούν αμπέλια, κυρίως για την παραγωγή πετιμέζ που αντικαθιστούσε τη ζάχαρη, επίσης να παράγουν και άλλα γεωργικά προϊόντα. Παράλληλα ανέπτυξαν το εμπόριο, ενώ άλλοι εργάζονταν ως τεχνίτες και οικοδόμοι στην γύρω περιοχή.

       Στις όχθες της λίμνης υπήρχαν πολλές εκκλησίες παλαιότερα. Αναφέρεται ότι βρέθηκαν τα ερείπια των σαράντα από αυτές.

        Η μεγάλη αυτή ανάπτυξη του Χριστιανισμού στην περιοχή αυτή άρχισε από τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος το 45 μ.Χ. επισκέφθηκε, κατά την Α' Αποστολική Περιοδεία του επισκέφτηκε τήν Πισιδία. Αφού έφτασε από τον Κόλπο της Αττάλειας στην Πέργη, ακολουθώντας την όχθη του ποταμού Κέστρου (σήμερον Ακσού) ανέβηκε στο οροπέδιο της Πισιδίας, έφθασε στα νότια της λίμνης Εγίρδιρ. Από εκεί με πλοιάριο αποβιβάστηκε  στην πλησιέστερη προς την Αντιόχεια της Πισιδίας Β.Α. όχθη της λίμνης, για να φθάσει τελικά στον προορισμό του, την πρωτεύουσα της Πισιδίας περίλαμπρη πόλη Αντιόχεια. Από εκεί ο Απόστολος Παύλος επί ένα έτος

επισκεπτόταν τις γύρω από την λίμνη πολιτείες και χωριά. Είναι γνωστόν ότι ο Επίσκοπος Σελευκείας της Πισιδίας Αρτέμων χειροτονήθηκε από τον Απόστολο Παύλο και τιμάται από την Εκκλησία ως Άγιος. Η  Σελεύκεια η Σιδηρά, όπως είναι γνωστή, για να διακρίνεται από πολλές άλλες με το ίδιο όνομα, ήταν επί αιώνες έδρα Επισκόπου, και βρισκόταν  δυτικά της  σημερινής πόλης Εγίρδιρ, περί τα 15 χιλιόμετρα.

         Τέλος ας σημειωθεί, ότι κατά την ανταλλαγή του 1923 στο Νησίον εγκαταστάθηκαν Τούρκοι υπήκοοι που έφυγαν από την Καστοριά της Μακεδονίας, όπου επίσης υπάρχει μεγάλη λίμνη.